διάψυξις

διά-ψυξις, εως, ,
A cooling, Plu.2.967f (pl.), Aët.5.44.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάψυξις — διάψυξις, η (Α) δρόσισμα, ψύχρανση …   Dictionary of Greek

  • διαψύξεις — διάψυξις cooling fem nom/voc pl (attic epic) διάψυξις cooling fem nom/acc pl (attic) διαψύ̱ξεις , διαψύχω cool aor subj act 2nd sg (epic) διαψύ̱ξεις , διαψύχω cool fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάψυξιν — διάψυξις cooling fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψύξεως — διαψύξεω̆ς , διάψυξις cooling fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.